Σε συνέντευξη του στο ιταλικό εβδομαδιαίο περιοδικό L’ Espresso, προσθέτει, δε, ότι «πρέπει να καταβληθεί προσπάθεια σε όλα τα μέτωπα: να συνεχίσουμε να σώζουμε ζωές, να προσφέρουμε προστασία σε όσους την έχουν ανάγκη αλλά να στείλουμε πίσω και όσους δεν έχουν δικαίωμα να παραμείνουν, να αντιμετωπίσουμε τις κύριες αιτίες, να καταπολεμήσουμε τη λαθραία διακίνηση και να βελτιώσουμε τη κατάσταση στις χώρες καταγωγής και διέλευσης».

Σε ό,τι αφορά, ειδικότερα, την Ιταλία, ο κύριος Αβραμόπουλος δηλώνει στο ιταλικό εβδομαδιαίο περιοδικό: «Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στάθηκε στο πλευρό της Ιταλίας από την πρώτη ημέρα, βοηθώντας την επιχειρησιακά, χρηματοδοτικά και πολιτικά. Δώσαμε στην Ιταλία σχεδόν εξακόσια εκατομμύρια ευρώ για να χειριστεί τις προκλήσεις της μετανάστευσης, των συνόρων και της ασφάλειας μέχρι το 2020, εκτός από σχεδόν εκατόν πενήντα εκατομμύρια ευρώ για την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Και είμαστε έτοιμοι να προσφέρουμε περισσότερα, αν χρειασθεί».

Με αναφορά στον κανονισμό του Δουβλίνου, παράλληλα, σημειώνει ότι «συντάχθηκε σε μια εντελώς διαφορετική ιστορική στιγμή. Δεν είναι κατάλληλος για τη σημερινή κατάσταση και δεν μπορούμε να διατηρήσουμε το status quo». Θεωρεί, δε, ότι «για να βρεθεί ένας συμβιβασμός σε ό,τι αφορά την αλλαγή της Συνθήκης του Δουβλίνου, αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί μέρος μιας ευρύτερης πρότασης μεταρρύθμισης του ευρωπαϊκού ενιαίου συστήματος ασύλου» και δηλώνει πως «βασίζεται στην εκ περιτροπής προεδρία της Εσθονίας, ώστε να επιτελεσθεί πρόοδος, με ταχείς ρυθμούς, στο όλο αυτό θέμα».

Ο αρμόδιος επίτροπος εκτιμά, επίσης, ότι «δεδομένης της αστάθειας της Λιβύης, πρέπει να αναπτυχθεί συνεργασία με τις χώρες που βρίσκονται γύρω από την Λιβύη, από τις οποίες περνούν οι μετανάστες».

Σε ερώτηση, τέλος, του περιοδικού L’ Espresso σχετικά με την προσφυγική και μεταναστευτική κρίση και την κατάσταση στην Ελλάδα, όπως και τη μέχρι τώρα αναποτελεσματικότητα του προγράμματος μετεγκαταστάσεων, ο Δημήτρης Αβραμόπουλος απαντά:

«Είναι αλήθεια, και η Ελλάδα υπέστη τεράστια πίεση τα τελευταία δυο χρόνια. Τόσο η Ιταλία όσο και η Ελλάδα υπέδειξαν ευρωπαϊκό πνεύμα αλληλεγγύης, αλλά και φιλοξενίας, προς πολλούς απελπισμένους. Πέρυσι, πάνω από πενήντα χιλιάδες άτομα ζήτησαν άσυλο από την Ελλάδα. Πολλοί από αυτούς τους αιτούντες άσυλο μεταφέρθηκαν ή θα μεταφερθούν σε άλλες χώρες μέλη. Μέχρι τώρα έχουν μεταφερθεί πάνω από είκοσι τρεις χιλιάδες άνθρωποι οι οποίοι χρήζουν διεθνούς προστασίας: πάνω από δεκαέξι χιλιάδες από την Ελλάδα και περίπου επτά χιλιάδες τετρακόσιοι από την Ιταλία.

Είναι απόλυτα δυνατόν να μετεγκατασταθούν όλοι όσοι το δικαιούνται, εντός του Σεπτεμβρίου. Αλλά χρειάζεται πολιτική βούληση. Στηρίζουμε οικονομικά την Ελλάδα και την Ιταλία για να επιταχύνουμε την εξέταση αυτών των αιτήσεων ασύλου, για να προσφέρουμε κατάλληλες συνθήκες υποδοχής και να βοηθήσουμε στο να ενταχθούν όσους έχουν δικαίωμα να παραμείνουν».